Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Α’ Μέρος)

Ένα από τα κείμενα που ανακάλυψα και σκέφτηκα να τα βάλω εδώ για έκπληξη, είναι κι αυτό που θα διαβάσετε. Πριν τρία χρόνια αποφασίστηκε να βγει ένα βιβλίο που είχα γράψει με τίτλο»Ο Παραμυθάς» που δεν ήταν μόνο για παιδιά, αλλά και για μεγάλους – εσάς που βλέπατε τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ μικροί. Μόνο που ο ήρωας σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι ο «Παραμυθάς», αλλά ο ηθοποιός που έπαιζε τον Παραμυθά. Κάποιοι από σας που είχαν έρθει στην εκδήλωση του ΙΑΝΟΥ τον Απρίλιο, νομίζω ότι το αγόρασαν και το ξέρουν. Εκείνο όμως που δεν ξέρουν, είναι ότι το βιβλίο είχε άλλη αρχή. Ο ηθοποιός που έπαιζε τον Παραμυθά, δεν συναντάει τη μάγισσα στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου, αλλά στο Γηροκομείο που πήγε να μπει από μόνος του. Η κυρία που ήταν υπεύθυνη στον Εκδοτικό Οίκο, μου είπε ότι η αρχή ήταν θλιβερή για παιδιά, και μ’ έπεισε να την αλλάξω. Κακώς, πολύ κακώς. Τώρα που την ξαναδιάβασα μου άρεσε πολύ. Κι αν το βιβλίο γίνει ποτέ ταινία όπως θέλει ο «μάστορας», έτσι θ’ αρχίζει. Ορίστε, λοιπόν, η αρχική … αρχή του βιβλίου. Μόνο που επειδή όταν πήγαν να την σώσω το blog δεν την άντεξε ολόκληρη λόγω όγκου, θα την βάλω σε τρεις συνέχειες. Ελπίζω να σας αρέσει. Όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο, κάντε λίγο υπομονή στην αρχή που είναι ίδιο, σύντομα αλλάζει.

Η τελευταία εκπομπή

storyteller-flying.jpg

Σήκωσα λίγο το δεξί μου χέρι για ν’ αποφύγω την κορφή τού δέντρου που πετούσα από πάνω του. Για να είναι πιο απολαυστικό το πέταγμά μου, ανασήκωσα λίγο το σώμα μου προς τα πάνω και μ’ αυτόν τον τρόπο άρχισα ν’ ανεβαίνω πιο γρήγορα, αφήνοντας τις σκεπές των σπιτιών πίσω μου. Από κάτω μου τώρα υπήρχαν μόνο σύννεφα. Πετούσα σε ουρανό.
«Στοοοπ….», ακούστηκε η φωνή του τηλεσκηνοθέτη από τα μεγάφωνα του στούντιο. «Ο ανεμιστήρας θέλει πιο δυνατά, για να ανεμίζει το γιλέκο του. Πάμε πάλι την ίδια σκηνή.» Ξαναπήρα την αρχική μου θέση.
«Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα», μέτρησε ο τηλεσκηνοθέτης και η μαγνητοσκόπηση της τελευταίας σκηνής άρχισε πάλι. Πάνω από την αίθουσα ελέγχου του στούντιο, όλοι κοιτούσαν -μέσα από το μεγάλο παράθυρο με τα διπλά, χοντρά τζάμια- κάτω στη μεγάλη αίθουσα. Εκεί ήμουν εγώ, ο Παραμυθάς. Δηλαδή, ο ηθοποιός που έπαιζε τον Παραμυθά σε μία από τις πιο παλιές παιδικές εκπομπές της τηλεόρασης. Για τελευταία φορά, «πετούσα» με το μαγικό γιλέκο. Μεγάλωσα πια. Γέρασα στ’ αλήθεια. Και τα παιδιά θέλουν σήμερα κάτι πιο εντυπωσιακό -έτσι, τουλάχιστον, μου είπε ο παραγωγός της εκπομπής αναγγέλοντάς μου την απόλυσή μου. «Για τα σημερινά παιδιά», μου είπε, «δε φτάνει μόνο ένας παππούς που όταν φοράει το μαγικό γιλέκο του μπορεί απλώς να πετάει ή να γίνεται μικρός σαν καρφίτσα, μεγάλος σαν βουνό και να μιλάει με τα ζώα, με τα φυτά και τα αντικείμενα. Τώρα οι περισσότεροι ήρωες στις παιδικές εκπομπές μπορούν να πετάνε και να μεταμορφώνονται σ’ ένα σωρό εντυπωσιακά πράγματα.»
Αυτό, λοιπόν, ήταν το γύρισμα της τελευταίας σκηνής, της τελευταίας εκπομπής του «Παραμυθά». Ο τηλεσκηνοθέτης, χρησιμοποιώντας με επιδεξιότητα τα ηλεκτρονικά κουμπιά της κονσόλας του, μ’ έβαζε να πετάω πάνω από σπίτια, δάση, βουνά και να χάνομαι στα σύννεφα, ενώ ήμουν απλώς ξαπλωμένος πάνω σε έναν ξύλινο μπλε κύβο και κουνούσα πάνω κάτω τα χέρια και τα πόδια μου κι ένας ανεμιστήρας φύσαγε μπροστά μου, κάνοντας τα μαλλιά και το γιλέκο μου να μοιάζουν σαν να τα έπαιρνε ο αέρας. Γύρισα την πλάτη μου στην κάμερα και χάθηκα μέσα στα κάτασπρα σύννεφα, που είχαν μαγνητοσκοπηθεί από πριν και τα έπαιζε κάποιο βίντεο σ’ ένα διπλανό δωμάτιο.
Τέλος. Όλοι οι τεχνικοί χειροκρότησαν και πλησίασαν για να μου σφίξουν το χέρι· να με αποχαιρετήσουν.
Την ώρα που ξεβαφόμουν στο δωμάτιο του μακιγιάζ, ήρθε και ο παραγωγός της εκπομπής για να με αποχαιρετήσει.
– Σας εύχομαι κάθε καλό στη ζωή σας από ‘δω και πέρα, μου είπε.
– Ευχαριστώ, απάντησα. Αν και νομίζω πως θα μπορούσα να συνεχίσω για κάμποσο καιρό ακόμα την εκπομπή, αν…
– Μπα, δε νομίζω πως μπορούμε να κάνουμε τίποτα, μ’ έκοψε πριν προλάβω να του πω τι είχα σκεφτεί. Τα κανάλια, συνέχισε, δε δίνουν πια λεφτά για απλές παιδικές εκπομπές, όπως σας είπα, θέλουν κάτι εντυπωσιακό, θέλουν κινούμενα σχέδια με ρομπότ, σούπερ ήρωες με τρομακτικές δυνάμεις και τέτοια. Λοιπόν: και πάλι χίλια ευχαριστώ για τη συνεργασία που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια, να ‘στε καλά και να περνάτε να μας βλέπετε.
Ο παραγωγός της εκπομπής, μου έσφιξε το χέρι κι έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ήθελε να με αποφύγει. Ήξερε ότι ήθελα να συνεχίσω την εκπομπή· ήξερε ότι το θεωρούσα άδικο που σταματούσε. Θα έκανα οτιδήποτε για να τη συνεχίσω. Ακόμα και να δεχτώ λιγότερα λεφτά. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω τώρα που θα τέλειωνε η εκπομπή μου;. Είκοσι χρόνια έπαιζα αυτό το ρόλο στην τηλεόραση. Κανείς δε θα μου έδινε να κάνω τίποτ’ άλλο. Όλοι ήξεραν το πρόσωπό μου· δηλαδή, το πρόσωπο του «Παραμυθά». Εδώ είχαν ξεχάσει ακόμα κι οι δικοί μου το όνομα μου, και όλοι στο δρόμο και στα μαγαζιά με φώναζαν, «Παραμυθά»!
Λίγο αργότερα, μαγείρευα στο σπίτι μου το βραδινό μου και προσπαθούσα να σκεφτώ πώς θα ήταν η ζωή μου από ‘δω και πέρα. Να πάρparamithas-alone.jpgει η ευχή, είμαι μεγάλος, αλλά όχι και τόσο γέρος που να τα παρατήσω. Και τι θα ‘κανα όλη μέρα στο σπίτι χωρίς δουλειά και χωρίς παρέα. Η γυναίκα μου κι εγώ είχαμε χωρίσει εδώ και πολύ καιρό και τα δυο παιδιά μου είχαν φτιάξει τις οικογένειές τους και δεν ήθελα να τους γίνω βάρος.
Έτρωγα το φαί μου χαζεύοντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Μια ομάδα ηλικιωμένων, πάνω κάτω της δικής μου ηλικίας, επισκεπτόταν ένα Μουσείο. Έμοιαζαν να το διασκεδάζουν κι ήταν σαν μια μεγάλη παρέα. «Μια μεγάλη παρέα….», σκέφτηκα. Το βρήκα! Αυτό θα κάνω. Κι αυτό που βρήκα να κάνω, ήταν κάτι που άλλαξε -με τον πιο τρελό κι απίθανο τρόπο- όλη την υπόλοιπη ζωή μου, έως σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές.

***

Το Γηροκομείο

Κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω το μεγάλο, παλιό, επιβλητικό κτίριο που υψωνόταν μπροστά μου. Παρόλο που ήταν όμορφο όπως κάθε τι παλιό που φτιάχτηκε με φροντίδα, μεράκι κι αγάπη, για λίγα δευτερόλεπτα μου έμοιασε λίγο σαν φυλακή. Και θα ‘ταν κάτι σαν φυλακή για μένα όλα τα υπόλοιπα χρόνια που μου έμεναν ακόμα να ζήσω και που, αν έκρινε κανείς από την καλή υγεία μου, θα ήταν πολλά. Αλλά, τι να πω; Εγώ το είχα διαλέξει.
– Μα είναι ανάγκη, βρε μπαμπά να μπεις εδώ μέσα; μου είπε ο γιος μου αρπάζοντάς με από το μπράτσο σαν να ήθελε να με σταματήσει, καθώς ανεβαίναμε τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του γηροκομείου.
– Ωχ, μην ξαναρχίζεις αυτή τη συζήτηση… Τα ‘παμε, δεν τα ‘παμε;
– Μα μπαμπά, είπε η κόρη μου που με κρατούσε όλη την ώρα από το χέρι, είσαι χαζός; Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι εδώ θα περνάς καλύτερα;
– Τώρα που δε ζω μαζί με τη μάνα σας και δεν έχω την εκπομπή μου, είπα εκνευρισμένος από τη συζήτηση, εδώ θα περνάω καλύτερα γιατί θα ‘χω παρέα ανθρώπους της ηλικίας μου· κι έπειτα θα με φροντίζουν.
– Πρώτον, δεν είσαι ανίκανος να φροντίζεις μόνος σου τον εαυτό σου, άρχισε να λέει ο γιος μου… και τον συμπλήρωσε γρήγορα η κόρη μου κόβοντάς τον.
– Και δεύτερο, υπάρχει καλύτερη παρέα από τα εγγονάκια σου και τα παιδιά σου;
– Ουφ, με πρήξατε, το ξέρετε; Τα έχουμε πει εκατό φορές: Δεν μπορείτε να υποχρεώσετε δυο ξένους ανθρώπους, εσύ τη γυναίκα σου κι εσύ τον άντρα σου, να ζήσουν με κάποιον που δεν τους είναι τίποτα.
– Μα είσαι ο παππούς των παιδιών τους…
– Τελεία και παύλα. Δεν ακούω τίποτα, είπα και σταμάτησα ν’ ανεβαίνω τις σκάλες, βουλώνοντας τ’ αυτιά μου με τα δάχτυλά μου.
– Είσαι γεροπαράξενος είπε η Μαρία, και τα μάτια της βούρκωσαν.
– Κι εσύ… κι εσύ… είσαι ξανθόψειρα, της είπα θυμωμένος.
Η μεγάλη παλιά, ωραία ξύλινη πόρτα έκλεισε με ένα δυνατό θόρυβο πίσω μας. Η κυρία που μας οδήγησε στο δωμάτιό μου, δεν μπορώ να πω, ήταν πολύ ευγενική και καλή. Και το δωμάτιο ήταν πεντακάθαρο, ψηλοτάβανο κι έβλεπε σε έναν κήπο με πανύψηλα αιωνόβια δέντρα. Όλα καλά, αλλά… να… σαν να είχα αρχίσει να μετανιώνω. Αλλά πού να μιλήσω μετά τη φασαρία που έκανα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Έτσι ήμουν σε όλη μου τη ζωή: πεισματάρης και ξεροκέφαλος. Γρήγορα έσβησα από το μυαλό μου κάθε μαύρη σκέψη και ξεμπέρδεψα με τους δισταγμούς μου. Φαίνεται πως ήταν γραφτό να βρεθώ σ’ αυτό το γηροκομείο γιατί -όπως θα δείτε- όσα θα μου συνέβαιναν, ούτε στα πιο τρελά παιδικά όνειρά μου, ούτε στην πιο απίστευτη εκπομπή μου στην τηλεόραση, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μπορούν να γίνουν.
– Λοιπόν; Πώς σας φαίνεται το δωμάτιό σας; ρώτησε η κυρία που μας συνόδευε.
– Πολύ ωραίο, σας ευχαριστώ, απάντησα αφηρημένα γιατί κοίταξα ένα πουλάκι που ‘ρθε κι έκατσε στο περβάζι στο παράθυρο. Άραγε τι να σκέφτεται το καημένο; Τι ωραία που θα ‘ταν να μπορούμε να μιλάμε με τα πουλιά και με όλα τα ζώα, έτσι όπως έκανα, δηλαδή όχι εγώ, ο Παραμυθάς, όταν φορούσε το μαγικό γιλέκο του.
– Αχ, τι ωραία που θα ‘ταν! αναστέναξα δυνατά.
– Ποιο πράγμα, με ρώτησε η κυρία.
– Ω τίποτα, τίποτα, κάτι σκεφτόμουν είπα, σαν να με έπιασαν να κάνω ζημιά.
– Μπαμπά, είσαι σίγουρος ότι… είπε η κόρη μου με θλιμμένο βλέμμα δείχνοντας το δωμάτιο.
– Σιγουρότατος, απάντησα. Ορίστε και το κινητό μου. Δεν το χρειάζομαι πια.
– Μα, μπαμπά… είπε η κόρη μου καθώς έπαιρνε το κινητό μου, που κατά βάθος ένιωθα ότι κάνω βλακεία που το δίνω.
– Δεν έχει μα και ξε-μά. Τα είπαμε αυτά.
– Εμείς τώρα θα φύγουμε, είπε ο γιος μου ψιλοαπειλητικά, σαν να ήθελε να μου δώσει να καταλάβω καλά κάτι που δεν καταλάβαινα.
– Στο καλό, είπα και γύρισα στην ευγενική κυρία λέγοντας. «Θα θέλατε να με ξεναγήσετε στο κτίριο;»

Η συνέχεια αύριο. Καλό βράδυ.
Σας φιλώ.
Π.

4 Σχόλια στο “Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Α’ Μέρος)”

      unamama
      22 Σεπτεμβρίου 07 στις 0:22

      μου αρεσει να διαβαζω, διηγηματα, κειμενα, αποσπασματα βιβλιων online…οποτε το απολαυσα και περιμενω την συνεχεια!!

      καληνυχτα!!

      natassaki
      22 Σεπτεμβρίου 07 στις 0:41

      έχεις δίκιο παππού-Παραμυθά μου, είναι καλύτερο έτσι…
      (θα το κάνει ταινία ο «μάστορας;; ! 🙂 )

      περιμένω τη συνέχεια – καλό βράδυ. 😉

      paraxeno
      22 Σεπτεμβρίου 07 στις 1:00

      και με λένα ανόητη που αγαπώ τα παραμύθια, αλλά ξεχνούν, πως κάτω απ το μύθο είναι η ζωή που κρύβεται, και κάτω απ το γέλιο ή το δάκρυ το σκιάχτρο ή την πριγκίπισσα και τον άρχοντα, το ζώο και το δέντρο, κρύβομαι εγώ κι εσύ, εμείς…

      περιμένω τη συνέχεια με ανυπομονησία

      να εισαι καλά παραμυθά μας

      Αλεξάνδρα
      26 Σεπτεμβρίου 07 στις 11:02

      Ανέβασε ένα ποστ η una mama και έτσι πέρασα. Δεν έχω διαβάσει την συνέχεια – κυριολεκτικά κρατιέμαι – για να κάνω τις πρώτες σκέψεις.

      Πάντα λοιπόν σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να κάνω μια πράξη σαν του ηθοποιού παραμυθά όταν θα μεγάλωνα… Φυσικά μόνο αν δεν μπορούσα να φροντίζω τον εαυτό μου.

      Υστερα, ήρθαν τα γεγονότα: έφυγε ο πατέρας μου απ΄τον μάταιο αυτό κόσμο και έμεινε η μαμά μου μόνη. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον πόνο στά μάτια της και την απόγνωση για το αύριο επίσης. Στάθηκε τυχερή γιατί ο συζυγός μου τόλμησε αυτό που ποτέ δεν θα μπορούσα να του ζητήσω: να έρθει να μείνει μαζί μας. Μες τη λύπη της, μια στάλα χαράς και αισιοδοξίας φάνηκε.

      Μα ας διαβάσω την συνέχεια…

Σχολιάστε