Ένα απόγευμα του 2.000 κοντά στη θάλασσα

Υπάρχουν φορές, που κάτι συμβαίνει στη ζωή μας εκεί που δεν το περιμένουμε και μας δημιουργεί κάποια υπερευαισθησία. Κάτι τέτοιο μου έχει συμβεί κι εμένα σήμερα, ύστερα από μια συζήτηση που έκανα με μια φίλη μου. Κι επειδή πια σας νοιώθω κοντινούς μου ανθρώπους, είπα να σας γράψω εδώ μερικά πράγματα, μέσα από αυτή την υπερευαισθησία.
Ξέρετε, για να ζήσουν δύο άνθρωποι μαζί χρειάζεται να υπάρχει αγάπη ανάμεσά τους. Αλλά δεν μπορεί να σου επιβάλει κανείς να αγαπάς, όπως και δεν χρειάζεται να πάρεις τη συγκατάθεσή κάποιου άλλου ή της κοινωνίας ή της θρησκείας ή της φυλής, για να αγαπάς ή όχι έναν άλλο άνθρωπο. Ο γάμος – θρησκευτικός ή πολιτικός – είναι η νομιμοποίηση της αγάπης, αλλά η αγάπη δεν είναι κάτι που χρειάζεται νομιμοποίηση. Κι η αληθινή αγάπη είναι απειθάρχητη, ανυπάκουη και επικίνδυνη…
Τα περισσότερα απ’ όσα έμαθα σ’ αυτή τη ζωή, τα έμαθα από γυναίκες. Έτσι, σήμερα, εξαιτίας αυτής της υπερευαισθησίας που σας είπα ότι νοιώθω και που μου δημιουργήθηκε ύστερα από συζήτηση με μια γυναίκα, θα ήθελα σαν φόρο τιμής σε σας κορίτσια, να μου συγχωρήσετε το θράσος και να βάλω εδώ – πάλι – ένα ποίημα, που έχω γράψει πριν χρόνια για μία από τις «δασκάλες» μου.

ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΟΥ 2.000 ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η ομίχλη έκανε όλο το Σαρωνικό,
από την Ανάβυσσο μέχρι τη Σαλαμίνα,
καθώς απλωνόταν μακριά, κάτω από τη βεράντα
εκείνου του μικρού σπιτιού πάνω στον Υμηττό,
να μοιάζει μ’ ένα τεράστιο γκρίζο κενό.
Τα μάτια της ήταν, κρυφά, ανήσυχα
και η φωνή της ελαφρά σπασμένη.
Μιλούσε γρήγορα – που και που λαχάνιαζε.
Συνερχόταν αργά, έπειτα από ένα γάμο,
και μία σύντομη ερωτική ιστορία:
«Από το τρακάρισμα της ψυχής μου», όπως είπε.
Και κάποια άλλη στιγμή: «Η ψυχή μου είναι με σωληνάκια».
Εσύ την άκουγες σαν να μην ήτανε παιδί σου,
αλλά σαν να ήταν μία από τις γυναίκες
που γνώρισες ή γνωρίζεις,
και για δευτερόλεπτα ένοιωσες
για όλες τους ευγνωμοσύνη,
γιατί είναι εκείνες που σε βόηθησαν
να την καταλαβαίνεις και τούτη τώρα.

Μέσα στην ομίχλη η θάλασσα στεκόταν ακίνητη σαν λίμνη.
Δεν κουνιόταν ούτε φύλλο.
Πίσω απ’ τα μικρά νησάκια, απλωνόταν σκοτεινή η Αίγινα.
«Δεν μπορώ να ξαναμπώ μέσα στην πόλη», είπε.
«Η θάλασσα με ξεκουράζει», συμπλήρωσε μετά.
Η χαμένη της ενέργεια που μεμιάς είχε χαθεί
-έτσι όπως φεύγει ξαφνικά ο αέρας από μπαλόνι που ‘χεις τρυπήσει-
ξαναγύριζε αργά στο σώμα της και στη ψυχή της.
Ήθελε λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα…
Έψαχνε μέσα της τη ζωή της.
Πίσω μπρος, πίσω μπρος…
Έψαχνε να βρει τη στιγμή που σηκώθηκε ένα πέπλο
ανάμεσα σ’ εκείνη και τους άλλους, και τους πιο κοντινούς ακόμα·
ανάμεσα σ’ εκείνη και τον εαυτό της,
σε στιγμές που τώρα μοιάζουν φευγαλέες,
αλλά που τότε κράτησαν για πάντα,
καθώς πονούσαν και τη γέμιζαν απορία.
Μικρό κορίτσι, να μην καταλαβαίνει γιατί ο πατέρας της ξαφνικά,
δεν έρχεται μαζί τους στις διακοπές,
όπως όλα τα χρόνια πριν – από τότε που ‘χε γεννηθεί.
Δεν καταλάβαινε γιατί κάποιος άλλος άντρας ζούσε μέσα στο σπίτι.
Γιατί ο πατέρας της ζούσε μ’ άλλη γυναίκα σ’ άλλο σπίτι.
Τότε, είπε, ήταν τόσο μικρή που δεν ήξερε έρωτας τι θα πει
κι όμως έπρεπε να καταλάβει,
και για να καταλάβει έπρεπε να μεγαλώσει,
να μεγαλώασει απότομα.
Και «μεγάλωσε»!
Τι βιασμός!
( «Η ψυχή μου είναι με σωληνάκια…» )
Κι ύστερα την πλημμύρισε, νωρίς, η εφηβεία.
Τ’ απογεύματα, μόνη της στο δωμάτιο, το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει
κι έβγαινε -μικρό παιδί- να κάνει βόλτες γύρω απ’ το τετράγωνο,
ανάμεσα στις πολυκατοικίες· κι ο Λυκαβηττός
να ξεπροβάλει αδιάφορος πάνω απ’ τις ταράτσες.
Τότε πια είχε «κλείσει». Τότε πια το «πέπλο» είχε σηκωθεί.
Τι ωραία! ΄Η όχι ωραία… πάντως δεν πληγωνόταν.
Κι ένας φόβος γράφτηκε μέσα της, βαθιά.
Ένας φόβος που δεν ξέρει τώρα πια για ποιο πράγμα είναι,
που πια είναι σαν να μην υπάρχει,
γιατί συνήθισε να ζει μ’ αυτόν,
όπως κανείς συνηθίζει τα γυαλιά του.
Αλλά υπάρχει, κι αυτός ο φόβος είναι
που σε κάνει να βυθίζεσαι μέσα σου
και να μην προσέχεις
και ξαφνικά, «τρακάρει η ψυχή σου».

Αν ξέραμε ν’ αγαπάμε,
ίσως να μην υπήρχε πια πόνος.
Κι ο ανθρώπινος πόνος είναι απέραντος…

Η θάλασσα, καθώς σουρουπώνει, γίνεται όλο και πιο γκρίζα,
όλο και πιο ακίνητη, σαν νεκρή.
«΄Ο,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει».
Αυτό είναι αλήθεια.
Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα.
Αλλά το αύριο έρχεται από τώρα.
Κι έτσι αυτό που είσαι τώρα θα είσαι και αύριο,
εκτός κι αν…
***

Δυο λόγια ακόμα πριν κλείσω αυτό το post. Ένα από τα πράγματα που έμαθα σ’ ετούτη τη ζωή είναι κι αυτό: Όταν βρίσκεσαι μέσα σε μια δουλειά ή μέσα σε μια σχέση που σε κάνει να νοιώθεις δυστυχισμένη – ή δυστυχισμένος – πρέπει να βρεις τη δύναμη να φύγεις. Αν δεν το κάνεις θα οδηγηθείς αναπόφευκτα σε βαθιά νεύρωση, σε κάποια αρρώστια, σε σκληρότητα, θα «στεγνώσεις» μέσα σου και η ζωή σου θα είναι όλο ανεντιμότητα, ανεντιμότητα απέναντι στους άλλους, αλλά κυρίως απέναντι σε σένα. Κι ανεντιμότητα είναι: άλλα να σκέφτεσαι, άλλα να λες κι άλλα να κάνεις – είτε στη δουλειά σου είτε στις σχέσεις σου. Η εντιμότητα δεν είναι κοινωνική απαίτηση, δεν είναι πειθαρχία σε νόμους, είναι εσωτερική ψυχολογική ανάγκη, επειδή μόνο σ’ αυτήν υπάρχει ψυχολογική ισορροπία, αφού εντιμότητα σημαίνει: αυτό που σκέφτομαι, αυτό λέω, κι αυτό κάνω.
Σας ζητώ συγνώμη αν το βάρυνα το πράγμα απόψε και κυρίως αν στενοχώρησα κανέναν σας.
Σας φιλώ γλυκά.
Π.

10 Σχόλια στο “Ένα απόγευμα του 2.000 κοντά στη θάλασσα”

      natassaki
      13 Νοεμβρίου 07 στις 22:50

      Η εντιμότητα δεν είναι κοινωνική απαίτηση, δεν είναι πειθαρχία σε νόμους, είναι εσωτερική ψυχολογική ανάγκη, επειδή μόνο σ’ αυτήν υπάρχει ψυχολογική ισορροπία, αφού εντιμότητα σημαίνει: αυτό που σκέφτομαι, αυτό λέω, κι αυτό κάνω.
      Αγαπημένε μου παππού-Παραμυθά…

      Κι από μας γλυκό φιλί – το ξέρεις, ε;

      Καλό βράδυ.

      unamama
      14 Νοεμβρίου 07 στις 9:29

      δεν μπορω να καταλαβω γιατι οταν χαριζετε απλοχερα κομματια της ζωης σας, της εμπειριας σας, της ψυχης σας ζητατε συγνωμη…οταν δινετε συμβουλες που μονο απο ειδικους θα ακουγαμε η απο ανθρωπους που μας νοιαζονται και μας αγαπουν, λετε πως βαρυνατε το θεμα…
      σπανια γονεις εχουν μπει μεσα στον ψυχισμο του παιδιου τους υπολογιζοντας την διαδρομη της ζωης του για την οποια και οι ιδιοι φερουν ευθυνη! συνηθως γυριζουν τα ματια για να μην ερθουν αντιμετωποι με τις ευθυνες τους!
      αλλα ειπαμε…η αγαπη που σε κανει να εισαι σκληρος και αδιαπραγματευτος καμια φορα οσο κι εντιμος…σε κανει πονετικο και νοιαστικο και φυλακα αγγελο!

      καλη σας μερα!!!

      maria
      14 Νοεμβρίου 07 στις 11:22

      ναι, μπορεί να φέρεις ένα μεγάλο μέρος ευθύνης κι εσύ κι η μαμά, για όλο αυτό όμως ακόμα δεν είμαι σίγουρη. ακόμα ψάχνω τη στιγμή που έκλεισα.το θέμα είναι πως μέσα στο χάλι μου έβρισκα πάντα τα εργαλεία που εσύ είτε μου έδωσες είτε μου έδειξες για να μπορώ να πηγαίνω μπροστά – ένα σκαλί παραπάνω (όπως λέει κι ο αγαπήμένος μας Γ.Χ.). όπου να ‘ναι θα φύγω κι απο δω..όπως πάντα, όπως μ’ έμαθες..θα φύγω κι απο δω..όσο πιο γρήγορα μπορώ..xxx

      despina
      14 Νοεμβρίου 07 στις 19:55

      «…Ο γάμος – θρησκευτικός ή πολιτικός – είναι η νομιμοποίηση της αγάπης, αλλά η αγάπη δεν είναι κάτι που χρειάζεται νομιμοποίηση. Κι η αληθινή αγάπη είναι απειθάρχητη, ανυπάκουη και επικίνδυνη…»

      Σύμφωνοι! Δεν είναι όμως λίγο απόλυτο αυτό;
      Δεν μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, η αληθινή αγάπη να είναι πειθαρχημένη, υπάκουη ή ασφαλής, επειδή έτσι το αισθάνεται;
      Οταν πολλά χρόνια πριν έζησα τον «απόλυτο έρωτα» σε μια «παράνομη σχέση» , έτσι νόμιζα, πως η αληθινή αγάπη είναι απειθάρχητη, επικίνδυνη…. Ενιωθα ότι είχα αρπάξει την ζωή από τα μαλλιά και έτρεχα μπροστά….Ενιωθα ότι ζούσα την ζωή μου σε όλο της το μεγαλείο…. Ετσι νόμιζα!
      Αν με ρωτήσεις τώρα, θα σου πω πως τίποτα δεν συγκρίνεται με την ασφάλεια που με κάνει να νιώθω, η «νόμιμη» μου σχέση, μια σχέση που κατέληξε σε γάμο αλλά πάντα ξέρει πως γάμος δεν σημαίνει τίποτα, δεν αποτελεί αυτό την δέσμευση σου απέναντι στον άλλο, η δέσμευση, για όποιον θέλει να την νιώσει, είναι μέσα στην καρδιά του καθενός, και το να θέλεις να νιώθεις δεσμευμένος δεν είναι πάντα απαραίτητα κακό.
      Ετσι δεν είναι;

      ΕΥΡΙΔΙΚΗ
      15 Νοεμβρίου 07 στις 15:52

      Όταν βρίσκεσαι μέσα σε μια δουλειά ή μέσα σε μια σχέση που σε κάνει να νοιώθεις δυστυχισμένη – ή δυστυχισμένος – πρέπει να βρεις τη δύναμη να φύγεις. Αν δεν το κάνεις θα οδηγηθείς αναπόφευκτα σε βαθιά νεύρωση, σε κάποια αρρώστια, σε σκληρότητα, θα «στεγνώσεις» μέσα σου και η ζωή σου θα είναι όλο ανεντιμότητα, ανεντιμότητα απέναντι στους άλλους, αλλά κυρίως απέναντι σε σένα

      ΟΙ ΦΡΑΣΕΙΣ ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ «ΣΠΡΩΞΙΜΟ» ΠΟΥ ΗΘΕΛΑ …ΟΛΟ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ…ΠΡΕΠΕΙ ΟΜΩΣ…
      ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΜΥΘΑ ΜΟΥ.ΦΙΛΑΚΙ

      despina
      15 Νοεμβρίου 07 στις 21:10

      Είμαι ο μοναδικός «αντιρρησίας» μέχρι ώρας!
      Πριν πάω να κρυφτώ στην γωνιά μου…. να προσθέσω ότι αναφέρθηκα μόνο στο σημείο που είχα μια άλλη άποψη. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαφωνώ γενικά.
      Καλή σας νύχτα!

      Ευγενία
      15 Νοεμβρίου 07 στις 22:37

      Δέσποινα δεν είσαι μόνη σου, δεν νομίζω ότι πρέπει να κρυφτείς στη γωνιά σου, είμαι κι εγώ μαζί σου! Καλή σου νύχτα!

      rodoula-kelly
      16 Νοεμβρίου 07 στις 16:56

      Η εντιμότητα δεν είναι κοινωνική απαίτηση, δεν είναι πειθαρχία σε νόμους, είναι εσωτερική ψυχολογική ανάγκη, επειδή μόνο σ’ αυτήν υπάρχει ψυχολογική ισορροπία, αφού εντιμότητα σημαίνει: αυτό που σκέφτομαι, αυτό λέω, κι αυτό κάνω.
      ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ
      ΤΑ ΕΙΠΕΣ Ο Λ Α!

      Σοφία
      19 Απριλίου 08 στις 21:28

      παραμυθά μου έχεις απόλυτο δίκιο.
      το έχω νιώσει όσον αφορά τουλάχιστον τη δουλειά.
      αλλά πες μου κάτι πόσο συχνά μπορείς να το κάνεις αυτό
      μέσα στην όλη ανεργία και την εκμεττάλευση?

Σχολιάστε