ΣΙΝΕΑΚ (Α΄ Μέρος)

CINEAC

Αυτό που βλέπετε, είναι διαφημιστικό του Κινηματογράφου Σινεάκ, που πρόσεξα ότι υπάρχει μέσα στο πρόγραμμα της παράστασης που έπαιξα για πρώτη φορά στο παιδικό θέατρο, το 1951. Το Σινεάκ, στη δεκαετία του ’5ο ήταν ο παράδεισος των παιδιών, γιατί αν εξαιρέσεις τα «Επίκαιρα», όλα τα άλλα ήταν ταινίες για παιδιά. Μάλιστα τώρα ανακάλυψα, γιατί όλες τις ταινίες με κινούμενα σχέδια, τις λέγαμε «Μίκυ Μάους, παρόλο που αυτό ήταν το όνομα μόνο μιας σειράς. Αν κοιτάξετε τη διαφήμιση, θα δείτε ότι λέει «Διασκεδαστικά Μίκυ-Μάους» και όχι, «διασκεδαστικά κινούμενα σχέδια» όπως θα ήταν σωστό. «Το πρόγραμμα του Σινεάκ άλλαζε κάθε εβδομάδα, και ο πατέρας μου με πήγαινε πάντα και βλέπαμε μαζί το πρόγραμμα. Ήταν από τις μεγαλύτερες χαρές μου σαν παιδί. Το Σινεάκ υπάρχει και σήμερα ως κτίριο, μόνο που εδώ και χρόνια έγινε θέατρο. Είναι στο γνωστό  κτίριο του REX, όπου υπάρχει και το Θέατρο Κοτοπούλη. (Περισσότερες πληροφορίες για το κτίριο μπορείτε να δείτε ΕΔΩ, απ” όπου πήρα και τη φωτογραφία.)  Οι είσοδοι του Σινεάκ, που βρισκόταν στο υπόγειο ήταν δύο, δεξιά και αριστερά στο κτίριο. Και να το κτίριο σε μια φωτογραφία από τότε. Το «τότε»,  φαίνεται από το τραμ που περνάει μπροστά από το κτίριο, από τα παρκαρισμένα ταξί, και – το καλύτερο όλων – από τον λούστρο μπροστά στη κολώνα, κάτω δεξιά, που με έκανε να θυμηθώ ότι οι καλοί επαγγελματίες λούστροι της Αθήνας τότε, φορούσαν ειδική στολή!
cineac.4

 

Στον τίτλο, γράφω, «Α΄ ΜΕΡΟΣ»,  γιατί σκοπεύω να αφιερώσω άλλα δύο ή τρία posts στο Σινεάκ με μικρά βίντεο από τις δύο πρώτες κατηγορίες του διαφημιστικού: «Ξεκαρδιστικές κωμωδίες» και «Διασκεδαστικά Μίκυ-Μάους». Οι αγαπημένοι μου ήρωες εκείνη την εποχή, ήταν  οι «Χοντρός-Λιγνός». Οι ταινίες τους στο Σινεάκ είχαν διάρκεια γύρω στα δεκαπέντε λεπτά, αλλά δεν μπόρεσα να βρω καμία από αυτές, κι έτσι σας μοντάρισα ένα πεντάλεπτο από την αγαπημένη μου τότε ταινία τους μεγάλου μήκους,  »Στη Λεγεώνα των Ξένων». Ο Χοντρός κι ο Λιγνός βρίσκονται στο Παρίσι, όπου ο Χοντρός ερωτεύεται μία ξενοδόχα παντρεμένη με αξιωματικό της Λεγεώνας των Ξένων, κι έρχονται έτσι τα πράγματα που κι οι δυο τους κατατάσσονται  στη Λεγεώνα των Ξένων. Αν θέλετε μπορείτε να δείτε όλη την ταινία – που κρατάει 68 λεπτά – με ένα κλικ, ΕΔΩ.
Και να το μικρό απόσπασμα που σας ετοίμασα.
Σας φιλώ
Π.

 

 

«Χελώνα και λαγός»

Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Πριν μερικές μέρες, ψάχνοντας κάτι στο blog μου, ανακάλυψα ότι έχουν χαθεί όλα τα παραμύθια  (52) που είχα ανεβάσει στην κατηγορία, «Παραμύθια με ήχο»! Όπως ξέρετε -οι παραμυθομεγαλωμένοι και κάποιο νεώτεροι- αυτά τα παραμύθια υπήρχαν σε έξι κασέτες  που κυκλοφορούσαν μαζί με ανάλογα βιβλία που είχαν τον γενικό τίτλο, «Ο θαυμαστός κόσμος των παραμυθιών», που πια έχουν εξαντληθεί και δεν πρόκειται να ξαναβγούν γιατί ο εκδοτικός οίκος που τα έβγαζε έχει κλείσει. Κι επειδή πολλοί από σας μου ζητάνε αυτά τα παραμύθια, αποφάσισα να τα ξανανεβάσω εδώ, αλλά μ” ένα κόλπο για να μη χαθούν. Δεν ανεβάζω μόνο τον ήχο όπως παλιά, αλλά τον βάζω πάνω στην εικόνα ενός παλιού ραδιοφώνου, που είναι εκείνο που άκουγα σπίτι μου, όταν ήμουν παιδί. Φτιάχνω δηλαδή ένα βίντεο με μια εικόνα, κι ελπίζω ότι έτσι δεν θα ξαναχαθούν. Κι αρχίζω με το παραμύθι «Χελώνα και λαγός», που δεν είναι το γνωστό του Αίσωπου.
Σας φιλώ
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

 

 

Τριάντα χρόνια πριν

photo.15.7.14.b

Σήμερα έκλεισα τα εβδομήντα ένα χρόνια, όπως φαίνεται και από τα κεριά. Πριν τριάντα χρόνια, που είναι ο τίτλος του post, το 1984, προφανώς, γιόρτασα τα 41, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία αυτή που είναι βγαλμένη στη Σκιάθο, τότε που ακόμα έβαζα όλα τα κεράκια στην τούρτα κι όχι έναν αριθμό. Χα, χα, χα… 

1984.c

Όμως, τότε, το 1984 τον Ιούλιο, ακριβώς στη Σκιάθο και λίγες μέρες πριν τα γενέθλιά μου, ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τη δουλειά του Κρισναμούρτι, διαβάζοντας το πρώτο βιβλίο του το, «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ» που το ξαναμετάφρασα πέρσι γιατί είχε διάφορα προβλήματα στα ελληνικά του και ξαναβγήκε με τον τίτλο, «Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ¨ Αυτή η πρώτη επαφή τότε, είναι και η επέτειος των τριάντα χρόνων που έχω βάλει για τίτλο στο post. Το 1984, λοιπόν, διάβασα το πρώτο βιβλίο του Κρισναμούρτι, ενώ λίγες εβδομάδες μετά, τον Αύγουστο, πήγα και τον άκουσα για πρώτη φορά να μιλάει στην Αγγλία, στο Brockwood Park και ξεκίνησα και την αλληλογραφία για να τον συναντήσω προσωπικά.  Εκείνη τη χρονιά, όμως,  κυκλοφόρησε κι ένα τραγούδι, το «I Want to Know What Love Is» (Θέλω να ξέρω τι είναι αγάπη)  που είναι μία «δυναμική μπαλάντα» ( power ballad), όπως λέγεται αυτό το είδος τραγουδιών, ενός ροκ συγκροτήματος με το όνομα  Foreigner  Το τραγούδι ήρθε πρώτο σε Αγγλία και Αμερική και είναι ακόμα το πιο γνωστό τραγούδι του συγκροτήματος.  Το τραγούδι αυτό, το πρωτάκουσα τον Οκτώβριο του ’84  και μου άρεσε πάρα πολύ. Καθώς ένοιωσα ότι δεν είναι ένα απλό ερωτικό τραγούδι, αλλά ένα τραγούδι αγάπης, σκέφτηκα ότι μοιάζει σαν να το λέει κάποιος στον Κρισναμούρτι που μόλις είχα πρωτοέρθει σε επαφή με τη δουλειά του και μετά το ξέχασα για χρόνια.  Αλλά να πριν μερικές μέρες που, ακούγοντας ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, ξαφνικά άκουσα, μετά από χρόνια, αυτό το τραγούδι ξανά! Κι εκεί μου μπήκε η ιδέα να φτιάξω ένα βιντεοκλίπ μ” αυτό. Όπως θα θυμάστε όσοι παρακολουθείτε το blog έχω ξαναφτιάξει βιντεοκλίπ  για τον Κρισναμούρτι κάμποσα χρόνια πριν, με τίτλο, «Krinch» που το ανέβασα στο blog τον Νοέμβριο του 2012 και μπορείτε να το δείτε μ” ένα κλικ ΕΔΩ. Έτσι, λοιπόν, κάθισα κι έφτιαξα το βιντεοκλίπ, που μου άρεσε και με συγκίνησε πολύ καθώς το δούλευα.  Και να πρώτα οι στίχοι στα ελληνικά, του τραγουδιού, «Θέλω να ξέρω τι είναι αγάπη».

Πρέπει να βρω λίγο χρόνο
Λίγο χρόνο για να ξανασκεφτώ τα πράγματα.
Καλύτερα να διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές
Στην περίπτωση που θα το χρειαστώ όταν γεράσω.

Τώρα πρέπει να σκαρφαλώσω σ’ αυτό το βουνό
Μοιάζει σαν να κουβαλάω τον κόσμο στους ώμους μου
Και ανάμεσα από τα σύννεφα βλέπω την αγάπη να λάμπει
Με κρατάει ζεστό καθώς η ζωή παγώνει.

Στη ζωή μου υπήρξε καημός και πόνος
Δεν ξέρω αν μπορώ να τ’ αντιμετωπίσω ξανά
Δεν μπορώ να σταματήσω τώρα, ταξίδεψα τόσο μακριά
Για να αλλάξω αυτή τη ζωή της μοναξιάς.

Θέλω να ξέρω τι είναι αγάπη.
Θέλω να μου το δείξεις
Θέλω να  νοιώσω τι είναι η αγάπη
Ξέρω πως μπορείς να μου το δείξεις

Θα βρω λίγο χρόνο
Λίγο χρόνο να κοιτάξω γύρω μου
Δεν έχω πια πουθενά να κρυφτώ
Μοιάζει σαν τελικά η αγάπη να με βρήκε

Στη ζωή μου υπήρξε καημός και πόνος
Δεν ξέρω αν μπορώ να τ’ αντιμετωπίσω ξανά
Δεν μπορώ να σταματήσω τώρα, ταξίδεψα τόσο μακριά
Για να αλλάξω αυτή τη ζωή της μοναξιάς.

Θέλω να ξέρω τι είναι αγάπη.
Θέλω να μου το δείξεις
Θέλω να νοιώσω τι είναι η αγάπη
Ξέρω πως μπορείς να μου το δείξεις
Θέλω να ξέρω τι είναι αγάπη.
Θέλω να μου το δείξεις
Και θέλω να το νοιώσω, θέλω να νοιώσω τι είναι αγάπη
Και  ξέρω πως μπορείς να μου το δείξεις

Και τώρα, αν σας κάνει κέφι, δείτε και το βιντεοκλίπ που έφτιαξα πάνω σε αυτό το τραγούδι.

Σας φιλώ πολύ.
Νίκος

 

 

«Δώσε όνομα εσύ σ΄ αυτό το παραμύθι»

sunset_over_mountains.2

Πριν από λίγες μέρες, μου έστειλε με mail εδώ στο blog ένα παραμύθι, ένας φίλος που μου έλεγε ότι μεγάλωσε με τα παραμύθια του «Παραμυθά» κι θα ήθελε τη γνώμη μου για κάτι που είχε γράψει. Όταν το διάβασα, με συγκίνησε πολύ. Δεν είναι ότι ήταν πολύ καλό – που είναι – αλλά γιατί με κάποιο τρόπο, χωρίς να το περιμένω βέβαια, με πήγε πίσω στα παιδικά μου χρόνια, γιατί έχει όλη την ατμόσφαιρα, την ποιότητα των παραμυθιών που μου έλεγαν ή μου διάβαζαν τότε – μιλάμε για πάνω από εξήντα χρόνια πίσω- όταν ήμουν μικρό παιδί! Έτσι, αποφάσισα να το ανεβάσω εδώ. Ο συγγραφέας, που λέγεται Νίκος Φουντουλάκης, δεν του έχει δώσει όνομα και μας αφήνει εμάς να το ονομάσουμε. Είμαι περίεργος τι ονόματα θα δώσετε άραγε…
Σας φιλώ πολύ μωρά μου (έχω καιρό να σας πω έτσι)
Π.

ΔΩΣΕ ΟΝΟΜΑ ΕΣΥ Σ΄ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα πολύ μακρινό και αόρατο από τα μάτια των ανθρώπων και των ξωτικών νησί στο μέσον του ηλιακού αρχιπελάγους υπήρχε μια πλούσια χώρα, ένα βασίλειο που το φώτιζε ο Ήλιος και που οι άνθρωποι του ζούσαν απλά σε μικρά χωριουδάκια στις ακτές, στους κάμπους και στα βουνά.
Οι άνθρωποι της χώρας που κανείς δεν ήξερε το όνομα της ζούσαν ευτυχισμένοι αφού ότι είχαν ανάγκη το έπαιρναν από την γη και την θάλασσα, ταξίδευαν στα χωριά και στα βουνά με ασφάλεια και οι πόρτες στα μικρά και ζεστά σπιτάκια τους δεν είχαν κλειδαριές, δεν κλείδωναν ποτέ.
Τότε ξαφνικά μια Πρωτομαγιά εμφανίστηκε ένας βοσκός από τα βουνά που η εμφάνισή του προκαλούσε θαυμασμό και δέος γιατί ήταν πολύ ψηλός και πολύ μεγάλων διαστάσεων, αλλά εκεί που νόμιζες ότι θα είχες να κάνεις με κάποιον άγριο και τραχύ βοσκό, μόλις έβλεπες τα όμορφα πράσινα μάτια του και άκουγες την γλυκιά του φωνή, αμέσως άφηνες την ψυχή σου να ταξιδέψει με τα γλυκά του λόγια που έβγαιναν πάντα από το στόμα του, κι έτσι αποφάσισαν όλοι και τον έκαναν βασιλιά τους.
Το όνομα του βοσκού –που έγινε βασιλιάς- ακόμα και σήμερα δεν το θυμάται κανείς, αφού όλοι στο βασίλειο τον φώναζαν Βασιλιά Γλυκό και μόνο η γυναίκα του η Βασίλισσα η νεράιδα Πηγή, η κυρά των πηγών του βασιλείου ήξερε το πραγματικό του όνομα. Αυτός λοιπόν ο βοσκός οργάνωσε το βασίλειο που ναι μεν ήταν πλούσιο και όμορφο αλλά με χωριά και ανθρώπους αποκομμένους μεταξύ τους.
Μέσα σε επτά μόλις χρόνια έφτιαξε δρόμους, σχολεία, μεγάλα και ζεστά κάστρα για τους αρρώστους και όσους είχαν ανάγκη και οργάνωσε μια χώρα όπου η αγάπη, η καλοσύνη και η συμπόνια βασίλευαν μαζί του.
Το βασίλειο δεν είχε στρατιώτες παρά μόνο πενήντα ιππότες που προστάτευαν τον βασιλιά, αλλά και τους κατοίκους, από τους λίγους, τους ελάχιστους κακούς ανθρώπους που η παρουσία τους γινόταν αμέσως αντιληπτή, αφού όλοι πίστευαν στο καλό και στο δίκαιο.
O Βασιλιάς Γλυκός τριγυρνούσε κάθε μέρα με την βασιλική του άμαξα και άκουγε τα προβλήματα των ανθρώπων. Ό,τι μπορούσε να λυθεί από ανθρώπινο χέρι έβρισκε την λύση του και μόνο η φύση με τις δικές της παραξενιές και την ιδιαιτερότητά της, ήταν έκανε όπως νόμιζε εκείνη ότι ήταν σωστό — σωστό και σοφό αφού για ό,τι έκανε, κάπως διαφορετικό, κάπως μοναδικό, εκείνη είχε πάντα τους λόγους της. Η Βασίλισσα Πηγή με την σοφία που της είχε δώσει η ίδια η φύση, το είχε εξηγήσει αυτό στον Βασιλιά, που αφού έκανε πάντα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν,  αγνάντευε με χαμόγελο το βασίλειο του από το ψηλό του κάστρο, κρατώντας αγκαλιά την Πηγή και τον πεντάχρονο γιό του τον μικρό πρίγκιπα Ευγένιο.
Όμως μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα όπως ήταν οι περισσότερες εκεί, έκανε μια τρομερή ανακάλυψη: το βασίλειό του δεν είχε κανένα όνομα και έμβλημα! Μα πως δεν το είχε σκεφτεί μέχρι τότε! Ακόμα και η σοφή Βασίλισσα δεν το είχε αναφέρει ποτέ! Πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει βασίλειο δίχως έμβλημα και ακόμα περισσότερο βασίλειο δίχως όνομα! Τα χωριά είχαν ονόματα, τα βουνά, οι κάμποι τα ποτάμια, είχαν ονόματα, αλλά το βασίλειο δεν είχε. Απόρησε με τον εαυτό του, που δεν το είχε σκεφτεί αυτό· ήταν σαν να είχε ζωγραφίσει έναν πίνακα και να μην είχε βάλει την τελευταία πινελιά!!!
Κάλεσε τον πιστό του φίλο και αρχηγό της φρουράς του τον ιππότη Αφοσιωμένο και του είπε την Κυριακή το πρωί όλοι οι πολίτες της πρωτεύουσας να μαζευτούν στον μεγάλο κάμπο δίπλα στο ποτάμι για να τους μιλήσει, πράγμα που έγινε την αμέσως .
Ο Γλυκός σκεφτότανε συνέχεια ονόματα και εμβλήματα αλλά κανένα δεν του άρεσε και αφού ειχε φτάσει ήδη Σάββατο βράδυ και δεν είχε βρεί το κατάλληλο όνομα, το συζήτησε με την Βασίλισσα.
— Γλυκέ μου βασιλιά, έλα να ξαπλώσεις και μην τυραννάς το μυαλουδάκι σου· έλα στην αγκαλιά μου κι αύριο θα πεις στον κόσμο να βαφτίσει το βασίλειο και να βρει το έμβλημά του, άλλωστε αυτοί είναι που το ορίζουν.
Ο Γλυκός χαμογέλασε… μα γιατί δεν της το είπε νωρίτερα! Αυτό ήταν το σωστό. Κοιμήθηκε ευχαριστημένος και ικανοποιημένος που μια τόσο σοφή σύντροφος ήταν Βασίλισσα και γυναίκα του και πάνω απ’ όλα μητέρα του παιδιού του.  Με τέτοια μητέρα ήταν σίγουρος ότι ο γιός του θα γινότανε μια μέρα ένας καλός βασιλιάς.
Ξημέρωσε η Κυριακή και ο Βασιλιάς κίνησε με την άμαξα για τον κάμπο. Δίπλα του ο Αφοσιωμένος και η συνοδεία του, 12 ιππότες με λευκά άλογα. Όταν έφτασε στον μακρινό κάμπο, ο ήλιος ήταν ήδη πολύ ψηλά και οι πολίτες γκρίνιαζαν στον βασιλιά γιατί τους είχε σηκώσει Κυριακάτικα, μια μέρα που ξεκουραζόντουσαν από την βδομαδιάτικη εργασία τους. Ο Βασιλιάς τους εξήγησε και τότε οι άνθρωποι άρχισαν να λένε διάφορα ονόματα… Βροχή έπεφταν τα ονόματα και τα εμβλήματα και όσο περνούσε η ώρα ο βασιλιάς απογοητευόταν.
Ο καθένας, ανάλογα με την δουλειά του και τα προβλήματα που τον απασχολούσαν πρότεινε όνομα και έμβλημα: Οι ράφτες πρότειναν το όνομα «Κλωστή» και για έμβλημα μια βελόνα, οι μαραγκοί πρότειναν το όνομα «Πριόνι» και μια βελανιδιά για έμβλημα, ενώ οι αγρότες το όνομα «Λιβάδι» και για έμβλημα ένα αλέτρι… Και τι δεν άκουσε ο βασιλιάς! Άλλοι έλεγαν «Ψωμί», άλλοι «Τυρί»…άλλοι «Σαλάμι», άλλοι «Βούτυρο» και άλλοι «Μαρμελάδα», αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να ανοίξουν την όρεξη του βασιλιά που από την αμηχανία του περπατούσε με τα χέρια ενωμένα πίσω από την πλάτη του, πάνω κάτω σε μια ευθεία γραμμή, σαν στρατιώτης που φυλάει σκοπιά.
Μάλιστα περπατούσε τόση ώρα που τα βήματα του έκαναν ένα μικρό μονοπάτι στο χώμα. Ο ήλιος θα βυθιζότανε στην θάλασσα σε λίγο και ενώ τα ονόματα ακουγόντουσαν ατέλειωτα, το ένα μετά το άλλο, κανένα δεν άρεσε του βασιλιά.
Ξαφνικά εκεί που περπατούσε πέρα δώθε αισθάνθηκε κάτι να του τραβάει με δύναμη την λαμπερή του πορφυρή κάπα· γύρισε και δεν είδε κανέναν μα μόλις κοίταξε χαμηλά, είδε ένα μικρό κοριτσάκι πανέμορφο με καστανές μπούκλες να του τραβά συνέχεια την κάπα! Έσκυψε και το κοίταξε στα μάτια. Μαγεύτηκε από την ομορφιά του μικρού κοριτσιού που, πάνω κάτω, θα ήταν στην ηλικία του γιού του.
Όμως η μαγεία δεν είχε τελειώσει εδώ. Το κοριτσάκι τον κοίταξε στα μάτια και χωρίς να μιλήσει, χωρίς καν να ανοίξει το στόμα του, η γλυκιά φωνούλα του ακούστηκε μέσα στο μυαλό του βασιλιά! «Κύριε χοντρέ, εσείς είστε ο Βασιλιάς πού λένε όλοι»;’
Ο Γλυκός τα έχασε! Είχε δοκιμάσει την μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του: ένα κοριτσάκι μια σταλιά, που δεν έβγαζε λέξη από το στόμα του, μιλούσε στο μυαλό του και στην ψυχή του! Και η δεύτερη μεγάλη έκπληξη, ήταν ότι κανείς ποτέ δεν είχε τολμήσει να τον αποκαλέσει χοντρό — παρόλο που ήταν!
Την κοίταξε κάπως αυστηρά· δεν μίλησε ούτε κι αυτός, αλλά της έστειλε τις σκέψεις του. «Ναι εγώ είμαι ο βασιλιάς, και δεν είμαι χοντρός… είμαι απλά εύσωμος».
Το κοριτσάκι άρχισε να γελάει και το φως από το χαμόγελό του φώτισε πιο δυνατά, πιο λαμπρά κι από τον Ήλιο. Και η παράξενη «συζήτηση» συνεχίστηκε μεταξύ τους:
«Ο μπαμπάς μου λέει ότι είστε καλός άνθρωπος κύριε Βασιλιά»
«Εσύ μικρούλα μου το πιστεύεις»;
«Εγώ πιστεύω πάντα τον μπαμπά μου και ό,τι βλέπουν τα μάτια μου».
«Και τι βλέπουν τα μάτια σου τώρα»;
«Βλέπω μια αγνή και καθαρή καρδιά… μια ψυχή που αγαπά όλον τον κόσμο… Μα ναι κύριε χοντρέ, είστε πραγματικά Βασιλιάς».
Ο Γλυκός γονάτισε μπροστά στο κοριτσάκι· είχε βουρκώσει και από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, όχι βασιλικά δάκρυα, αλλά τα δάκρυα ενός μικρού βοσκού· πάντα ήταν ο μικρός βοσκός, πάντα μόνο τα ρούχα του πρόδιναν ότι ήταν βασιλιάς. Με την άκρη του ματιού του είδε το πλήθος να προσέχει αποσβολωμένο το τεράστιο βασιλιά να έχει γονατίσει μπροστά στο μικρό κοριτσάκι.
«Πώς σε λένε μικρούλα μου; Δεν μιλάς -αν και σε ακούω- κι εσύ ακούς όπως μιλάς, με την ψυχή σου, έτσι δεν είναι»;
«Δεν ακούω ούτε μιλώ όπως όλοι εσείς, αλλά ακούω και μιλώ πολύ καλύτερα από εσάς…Με φωνάζουν Ιακύνθη, το διαβάζω στα χείλη του μπαμπά μου».’
«Κι η μητέρα σου»;
Έχει πάει στον Ήλιο… για να τον προσέχει μου λέει ο μπαμπάς μου, γιατί είναι πολύ σημαντικός και έχει ανάγκη από φροντίδα».
«Ιακύνθη, εσύ πως λες να ονομάσουμε τη χώρα μας»;
«Να βρούμε ένα όνομα που να αρέσει σε όλους… να την πούμε Ηλιοχώρα».
«Ηλιοχώρα…»  μουρμούρισε ο Βσιλιάς.
«Ναι καλέ μου βασιλιά, «Ηλιοχώρα» και με έμβλημα τον ήλιο· τον ήλιο που είναι εκεί ψηλά για όλους μας· τον ήλιο που ζεσταίνει τα κορμιά μας και τις ψυχές μας. Ακόμα και αν είσαι τυφλός τον νοιώθεις να σε ζεσταίνει· ακόμα και αν είσαι κουφός ή άλαλος, εκείνος είναι εκεί·  παιδί ή μεγάλος, νέος ή γέρος, ανάπηρος ή υγιής… ο ήλιος λάμπει για όλα τα πλάσματα, η θερμή του αγκαλιά αγκαλιάζει ότι έχει καρδιά που χτυπά».’
Ο Βασιλιάς ξέσπασε σε κλάματα. Δίπλα του ο Αφοσιωμένος,  δακρυσμένος και αυτός έκανε νόημα στον πατέρα της μικρής να μην πλησιάσει άλλο — δεν ήθελε να δει τον τεράστιο Βασιλιά τους να κλαίει.
Ο Γλυκός σκούπισε τα δάκρυα του και ανακοίνωσε με μεγαλοπρέπεια στο πλήθος:
«Από σήμερα η χώρα μας θα ονομάζεται, «Το βασίλειο  της Ηλιοχώρας» και θα έχει έμβλημά της τον ήλιο. Οι κάτοικοί του θα ονομάζονται, «Ήλιοι», και τα χρώματα μας θα είναι το λευκό και το ασημί».
Δεν είπε τίποτε άλλο…οι Ηλιοχωρίτες ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και επευφημίες…
«Ζήτω ο ήλιος…ζήτω ο βασιλιάς Γλυκός…» Ο Γλυκός φανερά συγκινημένος ανέβηκε μαζί με τον Αφοσιωμένο στην άμαξα, που άρχισε να καλπάζει στον δρόμο της επιστροφής προς το βασιλικό κάστρο, ενώ οι δύο άντρες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά! Αυτό το μικρό κοριτσάκι είχε κάνει κάτι στην ψυχή τους.
«Βασιλιά μου είμαι υπερήφανος που είμαι δίπλα σου».
«Αδερφέ μου Αφοσιωμένε,  είμαι υπερήφανος που είσαι φίλος μου», είπαν και έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Η άμαξα έφτασε στο κάστρο. Ο βασιλιάς έτρεξε στο βασιλικό δωμάτιο, όπου τον περίμενε η Πηγή και ο Ευγένιος. Η Πηγη άνοιξε την αγκαλιά της και ο μικρός του γιος έτρεξε επάνω του με φόρα, σαν να ήθελε να καβαλήσει ένα ψηλό άλογο.
«Ήρθες επιτέλους αγαπημένε μου», του είπε, και εκείνος την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και, για πρώτη φορά,  άκουσε και την ψυχή της να του λέει τρυφερά: «Ανησύχησα τόσες ώρες, χοντρούλη μου».
«Πατέρα, πού χάθηκες όλη μέρα, πάμε να φάμε». Ο Βασιλιάς κοίταξε και τον γιό του βαθιά στα μάτια κι άκουσε για πρώτη φορά και τη δική του ψυχή να του λέει, «μπαμπάκα μου, μου έλειψες».
Ο Γλυκός αγκάλιασε με όλη τη δύναμη της ψυχής του την οικογένεια του, ενώ τα δάκρυά του, κυλούσαν σαν ποτάμι στα μάγουλά του, και είπε στη γυναίκα του και στο γιο του:
«Αγαπημένοι μου, ξέρετε κάτι; Από απόψε το βράδυ,  θα τρώω μόνο φρούτα. Καιρός να χάσω κάνα κιλό…χα χα χα…».
Γέλασε δυνατά και μαζί του γέλασε όλη η χώρα του. Η τεράστια αγκαλιά του γέμισε με αγάπη…μια αγάπη που την μοίρασε όχι μόνο στην οικογένειά του, αλλά και σε όλο του το βασίλειο.
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς, ελπίζουμε, καλύτερα.

 

 

Απίστευτο αγοράκι κι απίστευτη μαμά!

Ψάχνοντας να βρω ένα παλιότερο ποστ στο μπλογκ, ανακάλυψα ότι ένα βίντεο που είχα ανεβάσει πριν έξι χρόνια, στις 5 Οκτωβρίου του 2008, δεν υπάρχει πια! Επειδή, όμως, είναι ένα βίντεο που μου άρεσε πολύ, το ξανανέβασα για όσους δεν  έχουν ξαναδεί τη μαμά που θηλάζει το αγοράκι της κάνοντας γιόγκα! Χα, χα, χα…  Φοβερό! Κι έχει πλάκα, ότι -όπως φαίνεται από την ημερομηνία πάνω στο βίντεο- είναι γυρισμένο πριν 20 χρόνια και κάτι μήνες!
Καλό βράδυ.
Π.

 

 

Από ένα ξεχασμένο βίντεο

 Ανεβάζοντας στο  προηγούμενο ποστ το τραγούδι του Γιώργου Στεφανάκη πάνω σε ένα ποίημα του Κρισναμούρτι, θυμήθηκα την εκδήλωση που είχε γίνει στον Ιανό για παρουσίαση της δουλειάς μου. Απ” αυτή την παρουσίαση, όπως σας είπα σε παλιότερο ποστ, υπήρχε ένα βίντεο, αλλά επειδή είχε κάποια προβλήματα και ήταν μεγάλο, θα το μοντάριζα  και θα το ανέβαζα αργότερα.Και το ξέχασα. Στην εκδήλωση μίλησα για τη δουλειά μου ως συγγραφέας και ως μεταφραστής. Στο κομμάτι των μεταφράσεων, που έχει να κάνει αποκλειστικά με τα βιβλία του Κρισναμούρτι, διάβασα δύο ποιήματα του Κρισναμούρτι,  από το βιβλίο του, «Παραβολές και ποιήματα», και ο Γιώργος -που τα έχει μελοποιήσει σχεδόν όλα, αλλά δυστυχώς σε CD υπάρχουν μόνο στα Αγγλικά- τα τραγούδησε παίζοντας στο πιάνο. Αυτό το κομμάτι από το ξεχασμένο βίντεο της εκδήλωσης, διάλεξα να σας ανεβάσω σήμερα εδώ. Όσοι ενδιαφέρεστε να ακούσετε τη δουλειά του Γιώργου μπορείτε να πάτε ΕΔΩ. Τα τραγούδια που είχα διαλέξει να διαβάσω και να τα τραγουδήσει ο Γιώργος στον Ιανό, ήταν το «Είμαι τα πάντα»  και το  «Η φωτιά που καίει».
Καλή εβδομάδα.
Π.

YouTube Preview Image

 

 

Ένα πολύ ωραίο τραγούδι!

Για σήμερα θέλω να ανεβάσω ένα εξαιρετικό βίντεο-κλιπ με ένα πολύ ωραίο τραγούδι του φίλου μου του Γιώργου του Στεφανάκη,  που έχει γράψει και τη μουσική πάνω σε ποιήματα του Κρισναμούρτι που μερικά τα έχω ανεβάσει παλιότερα και εδώ. Το τραγούδι έχει τίτλο »Αστυπάλαια», και είναι πάνω σε στίχους Μιχάλη Λεβέντη.
Καλό βράδυ.
Π.

YouTube Preview Image

 

 

«Ποιο είναι το νόημα της ζωής;»

guru
Ο τίτλος του post είναι από τη γελοιογραφία που βλέπετε, που μου θύμισε κάποια πράγματα που έλεγε ο Κρισναμούρτι για τον κόσμο των επιχειρήσεων και τον αποκαλούμενο «πνευματικό κόσμο». Αυτό συμπίπτει με μια επέτειο. Τον Ιούλιο, πριν από τριάντα χρόνια, διάβασα για πρώτη φορά ένα βιβλίο του Κρισναμούρτι, που ήταν κι η πρώτη μου επαφή με τη δουλειά του, που -με διάφορους τρόπους- συνεχίζεται έως σήμερα. Θέλω να ανεβάσω κατά διαστήματα εδώ, κάποια σχετικά posts, που ελπίζω να έχουν κι ένα γενικότερο ενδιαφέρον. Έτσι σήμερα, αρχίζω με αυτή τη γελοιογραφία που ανέβασε η κόρη μου στη σελίδα της στο facebook και ένα μικρό απόσπασμα από ομιλία του Κρισναμούρτι το 1985, σχετικό με εκείνο που σατιρίζει η γελοιογραφία  που βλέπετε, όπου ο επιχειρηματίας λέει στον γκουρού που έχει πάει να τον δει με το ελικόπτερό του: «Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Αλλά πες το γρήγορα γιατί έχω μια σημαντική συνάντηση σε μιάμιση ώρα».

Και να και το απόσπασμα που σας είπα:
«Είμαστε εδώ μαζί, ο καθένας σας χωριστά και ο ομιλητής, ως δυο ανθρώπινα πλάσματα, εσύ κι αυτός, όχι εκείνος κι αυτό το μεγάλο ακροατήριο, αλλά εσύ ως άτομο και ο ομιλητής που έχουν μια συζήτηση μαζί, για τις ζωές τους, για τα προβλήματά τους, για όλα τα βάσανα της ζωής· για τη σύγχυσή τους,  τις προσδοκίες τους, τις επιθυμίες τους για να πετύχουν είτε στον κόσμο των επιχειρήσεων είτε στον αποκαλούμενο θρησκευόμενο κόσμο ή τον πνευματικό κόσμο, που σημαίνει ότι η επιτυχία να φτάσει στη Νιρβάνα, στον Παράδεισο ή στη Φώτιση είναι το ίδιο με την επιτυχία στον κόσμο των επιχειρήσεων. Ελπίζω να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον».

Καλό βράδυ και καλό μήνα.
Π.

 

 

 

Για το κινητό και για μία βάφτιση δίχως προηγούμενο!

images.1
Τελευταία, έχω την αίσθηση ότι στο δρόμο μιλάνε όλο και περισσότεροι στο κινητό τους οδηγώντας, χωρίς  να φοράνε ακουστικό, αλλά κρατώντας το με το χέρι στο αυτί και μάλιστα μερικοί και μερικές, με το άλλο τους χέρι καπνίζουν κι όλας – ναι, το κάνουν και γυναίκες και άντρες!!!   Κι αυτό γίνεται όχι μόνο σε αυτοκίνητα, αλλά και σε μηχανάκια και μοτοσυκλέτες! Τι να πω! Στατιστικά, έχει φανεί ότι πολλά δυστυχήματα έχουν γίνει εξαιτίας του κινητού την ώρα της οδήγησης. Το πρώτο βίντεο που σας έχω για σήμε ρα, είναι γι΄ αυτό το θέμα. Σε κάποιο κινηματογράφο στην Ιαπωνία, είχαν ένα πρόγραμμα στο κομπιούτερ, που έκανε όλα τα κινητά που ήταν ανοιχτά στην αίθουσα την ώρα της προβολής να χτυπήσουν, τη στιγμή που έδειχναν ένα ειδικά φτιαγμένο φιλμ για την περίπτωση. Δεν σας λέω παραπάνω, για να μην χαλάσω την έκπληξη αν δεν το έχετε ήδη δει. Για δείτε το.
YouTube Preview Image

Και τώρα μία βάφτιση που δεν έχει ξαναγίνει! Έχω δει μωρά να κλαίνε ή να μην κλαίνε στη βάφτισή τους, να τραβάνε τα γένια του παπά ή να κατουράνε τη στιγμή που τα βγάζουν από την κολυμπήθρα, αλλά να ρωτάει ο παπάς το μωρό αν θέλει να βαφτιστεί κι εκείνο να λέει, «όχι», δεν το έχω ξαναδεί! Βέβαια, δεν είναι μωρό, αλλά ένα δίχρονο -το πολύ τρίχρονο – κοριτσάκι, που δεν του αρέσει καθόλου η ιδέα της βάφτισής του κι ας μην είναι και  με βούτηγμα στην κολυμπήθρα!  Δείτε το φοβερό κοριτσάκι, λοιπόν.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

YouTube Preview Image

 

 

Δύο γυναίκες

αρχείο λήψης

Για σήμερα, σας έχω δύο περιπτώσεις γυναικών που επισκέφτηκαν τον Κρισναμούρτι για να μιλήσουν μαζί του.  Είναι από το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα το, «Η Μόνη Επανάσταση» που έχει ξανακυκλοφορήσει παλιά με τον τίτλο, «Στη Σιγή του Νου», αλλά με αρκετά λάθη.
Καλή εβδομάδα.
Π.

Η πρώτη γυναίκα
Ήταν μια αρκετά νέα κυρία, καλοντυμένη, με κοντά κομμένα μαλλιά, και έδειχνε πολύ δραστήρια και ικανή. Είχε παιδιά κι από ό,τι είπε δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για τον εαυτό της. Είχε κάποια ποιότητα σοβαρότητας. Ήταν πολύ νέα και ίσως να ήταν κάπως ρομαντική, αλλά για αυτήν η Ανατολή είχε χάσει την αύρα του μυστικισμού και αυτό ήταν πολύ καλό. Μιλούσε απλά, χωρίς κανένα δισταγμό.

«Νομίζω ότι αυτοκτόνησα μέσα μου πριν από πολύ καιρό, όταν συνέβη κάποιο γεγονός στη ζωή μου· με εκείνο το γεγονός η ζωή μου τελείωσε. Φυσικά συνέχισα εξωτερικά να φροντίζω τα παιδιά μου και όλα τα υπόλοιπα, αλλά μέσα μου έχω σταματήσει να ζω».

Δεν νομίζετε, κυρία, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι – είτε το ξέρουν είτε όχι – αυτοκτονούν; Η ακραία του μορφή είναι  να πηδήξεις από το μπαλκόνι. Αλλά αρχίζει, πιθανόν, όταν υπάρξει η πρώτη εσωτερική αντίσταση σε ό,τι συμβαίνει και απογοήτευση. Χτίζουμε ένα τοίχο γύρω μας, που πίσω του ζούμε τη χωριστή ζωή μας – παρόλο που μπορεί να έχουμε συζύγους και παιδιά. Αυτή η χωριστή ζωή είναι η ζωή της αυτοκτονίας, και αυτή είναι η αποδεχτή ηθική της θρησκείας και της κοινωνίας. Οι πράξεις της χωριστικότητας ανήκουν σε μία αλυσίδα που οδηγεί στον πόλεμο και στην αυτοκαταστροφή. Ο ψυχολογικός διαχωρισμός είναι αυτοκτονία, είτε του ατόμου, είτε της κοινότητος, είτε του έθνους. Καθένας θέλει να ζήσει μια ζωή αυτοπροβολής, εγωκεντρικής δραστηριότητας, και με την θλίψη του αυτοεγκλωβισμού της προσαρμογής στο σύνολο. Είναι αυτοκτονία όταν πηγαίνετε χέρι-χέρι με την πίστη και το δόγμα. Πριν από το γεγονός που σας συνέβη, είχατε επενδύσει τη ζωή σας και όλα όσα κάνατε στον έναν ενάντια στους πολλούς, και όταν αυτός ο ένας πεθαίνει ή ο Θεός σου καταρρέει, η ζωή σου χάνεται μαζί του και δεν έχεις κανένα λόγο για να ζεις. Αν κανείς είναι τρομερά έξυπνος, εφευρίσκει κάποιο νόημα για τη ζωή –κάτι που  κάνουν από πάντα οι κάθε είδους «ειδικοί» – αλλά τη στιγμή που παραδίνεσαι σ’ αυτό τα νόημα, έχεις ήδη αυτοκτονήσει. Κάθε ψυχολογική παράδοση – είτε στο όνομα του Θεού είτε στο όνομα του Σοσιαλισμού ή στο όνομα οτιδήποτε άλλου – είναι αυτοκαταστροφή.

Εσείς, κυρία –και αυτό δεν το λέω με σκληρότητα– πάψατε να υπάρχετε επειδή δεν μπορούσατε να πάρετε αυτό που θέλατε· ή επειδή το είχατε και σας το πήραν· ή επειδή θέλατε να περάσετε από μια ειδική, μια ορισμένη πόρτα, που ήταν ερμητικά κλειστή. Όπως η λύπη και η ευχαρίστηση είναι αυτό-εγκλωβιστικά, έτσι κι η παραδοχή και η επιμονή γεννάνε το δικό τους σκοτάδι του χωρισμού. Δεν ζούμε· διαρκώς αυτοκτονούμε. Η ζωή αρχίζει όταν η πράξη της αυτοκτονίας σταματήσει.

«Καταλαβαίνω τι εννοείτε. Βλέπω τι έχω κάνει. Αλλά τώρα τι μπορώ να κάνω; Πώς μπορώ να γυρίσω πίσω από τα πολλά χρόνια αυτού του θανάτου;»

Δεν μπορείτε να γυρίσετε πίσω· αν γυρίζατε πίσω θα ακολουθούσατε πάλι το παλιό μοντέλο και η λύπη θα σας κυνηγούσε όπως ένα σύννεφο που το πηγαίνει ο άνεμος. Το μόνο πράγμα που μπορείτε να κάνετε είναι να δείτε τώρα ότι το να ζει κανείς τη δική του ζωή, χωριστά, κρυφά, απαιτώντας τη συνέχιση της ευχαρίστησης, είναι το να προσκαλείς τον διαχωρισμό του θανάτου. Στον διαχωρισμό δεν υπάρχει αγάπη. Η αγάπη δεν έχει ταυτότητα. Η ευχαρίστηση και το κυνήγι της, χτίζουν τον διαχωριστικό τοίχο της διαίρεσης. Δεν υπάρχει θάνατος, όταν κάθε ψυχολογική παράδοση σε οτιδήποτε σταματά. Και η πόρτα που είναι  ανοιχτή, είναι η αυτογνωσία.

Η δεύτερη γυναίκα

Ήταν μία νέα γυναίκα, αρκετά όμορφη και πολύ καλοντυμένη· έδειχνε ανυπόμονη και δυναμική. Είχε έρθει με τις δύο μικρές της κόρες, αλλά τις άφησε έξω να παίζουν. Είπε ότι ο σύζυγός της δούλευε σε κάποια εταιρία και η ζωή κυλούσε. Είχε μια παράξενη θλίψη που την κάλυπτε με γρήγορα χαμόγελα.
Ρώτησε: «Τι είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, κύριε; Είμαστε παντρεμένοι με τον άντρα μου εδώ και μερικά χρόνια. Υποθέτω ότι αγαπιόμαστε, αλλά υπάρχει κάτι σ’ όλο αυτό που λείπει έντονα».
- Θέλετε πραγματικά, κυρία,  να το κοιτάξετε πολύ βαθιά αυτό;
- Ναι, ήρθα από μακριά για να μιλήσω μαζί σας γι’ αυτό το θέμα.
- Ο σύζυγός σας δουλεύει στο γραφείο του κι εσείς στο σπίτι, έχοντας και οι δύο σας  τις φιλοδοξίες σας, τις απογοητεύσεις σας, τις αγωνίες και τους φόβους σας. Εκείνος θέλει να γίνει ένας σπουδαίο στέλεχος στη δουλειά του και φοβάται μήπως δεν το καταφέρει, κι ότι ίσως κάποιοι άλλοι ανέβουν πριν από εκείνον.  Εκείνος είναι χωμένος στις φιλοδοξίες του, στις απογοητεύσεις του, στην προσπάθειά για αναγνώριση και εσείς στα δικά σας. Εκείνος γυρίζει σπίτι κουρασμένος, εκνευρισμένος, με φόβο στην καρδιά του και κουβαλάει στο σπίτι τις εντάσεις του. Αλλά κι εσείς επίσης είστε κουρασμένη από τις δουλειές του σπιτιού, με τα παιδιά και με όλα τα υπόλοιπα. Ίσως πίνετε μαζί κάτι το βράδυ για να καλμάρουν τα νεύρα σας κι αρχίζετε μια ανήσυχη συζήτησι. Ύστερα από λίγη κουβέντα και φαγητό πέφτετε αναπόφευκτα στο κρεβάτι. Όλο αυτό είναι εκείνο που ονομάζεται συζυγική σχέση – ο καθένας ζει μέσα στη δική του εγωκεντρική δραστηριότητα, και συναντιέται με τον άλλον στο κρεβάτι – όλο αυτό ονομάζεται αγάπη. Φυσικά υπάρχει και λίγη τρυφερότητα, λίγη φροντίδα, ένα δυο χάδια στο κεφάλι των παιδιών. Ύστερα θα έρθουν τα γηρατειά και τέλος ο θάνατος. Αυτό είναι ό,τι γενικώς ονομάζεται ζωή σ’ ένα γάμο. Κι εσείς αποδέχεστε αυτό τον τρόπο ζωής.
- Και τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς; Ανατρεφόμαστε μέσα σ’ αυτό, εκπαιδευόμαστε γι’ αυτό. Θέλουμε να έχουμε ασφάλεια, να έχουμε μερικά από τα αγαθά της ζωής. Δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς».
- Είναι η επιθυμία για ασφάλεια που μας δένει; Ή είναι η συνήθεια, η αποδοχή των μοντέλων της κοινωνίας, όπως η ιδέα του γάμου δύο ανθρώπων και της οικογένειας; Σίγουρα σε όλα αυτά υπάρχει πολύ λίγη ευτυχία.
- Υπάρχει κάποια ευτυχία, αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που πρέπει να κάνει κανείς, πάρα πολλά για τα οποία πρέπει να ενδιαφερθεί. Είναι πάρα πολλά εκείνα που πρέπει να διαβάσει κανείς, εάν θέλει να είναι καλά πληροφορημένος. Δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να σκεφτόμαστε. Προφανώς δεν είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι, αλλά απλώς συνεχίζουμε να ζούμε.
- Όλο αυτό ονομάζεται ζωή μέσα σε μια σχέση, αλλά προφανώς δεν υπάρχει καθόλου βαθιά σχέση. Μπορεί σωματικά να είσαι για λίγο μαζί με τον άλλον, αλλά ο καθένας ζει στον δικό του κόσμο απομόνωσης, θρέφοντας τα δικά του βάσανα και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά συνάντηση, όχι απλώς σωματικά, αλλά σε ένα πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο πλατύ επίπεδο. Το λάθος είναι της κοινωνίας και του πολιτισμού όπου έχουμε ανατραφεί και όπου τόσο εύκολα παγιδευόμαστε — έτσι δεν είναι; Η κοινωνία είναι μία σάπια, μία διεφθαρμένη και ανήθικη κοινωνία που την έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι οι άνθρωποι. Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνον όταν αλλάξουν τα ανθρώπινα πλάσματα που την έχουν φτιάξει.
- Ίσως εγώ να μπορώ να καταλάβω αυτά που λέτε και πιθανόν να αλλάξω, αλλά τι θα γίνει μ’ εκείνον; Του δίνει πολλή ευχαρίστηση να αγωνίζεται, να πετυχαίνει, να γίνεται κάποιος. Δεν πρόκειται να αλλάξει και έτσι ξαναβρισκόμαστε πάλι εκεί που ήμασταν: εγώ αδύναμα να προσπαθώ να διαπεράσω το κλείσιμό μου και εκείνος όλο και περισσότερο να στερεώνει το στενό κελί της ζωής του. Οπότε τι νόημα έχουν όλα αυτά που λέτε;
- Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα σ’ αυτό το είδος ζωής. Είμαστε εμείς που έχουμε κάνει έτσι αυτή τη ζωή, με την καθημερινή ωμότητα και ασκήμια της, με τις κατά καιρούς αναλαμπές απόλαυσης· οπότε, εμείς πρέπει να πεθάνουμε ψυχολογικά ως προς όλα αυτά. Ξέρετε, κυρία, πραγματικά δεν υπάρχει αύριο ψυχολογικά. Το ψυχολογικό αύριο, είναι επινόηση της σκέψης για να εκπληρώνει τις σκάρτες φιλοδοξίες και επιθυμίες της. Η σκέψη φτιάχνει αυτά τα πολλά αύριο, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοιο αύριο. Το να πεθάνεις για κάτι του αύριο, σημαίνει να ζεις με πληρότητα σήμερα. Όταν το κάνεις, ολόκληρη η ζωή σου αλλάζει. Γιατί η αγάπη δεν είναι το αύριο, η αγάπη δεν είναι αντικείμενο της σκέψης, η αγάπη δεν έχει παρελθόν ή μέλλον. Όταν ζεις με πληρότητα σήμερα, υπάρχει σ’ αυτό μεγάλη ένταση και στην ομορφιά του –που δεν την αγγίζει η φιλοδοξία, η ζήλεια ή ο χρόνος– υπάρχει επικοινωνία, όχι μόνον με τον άνθρωπο αλλά και με τη φύση, με τα λουλούδια, με τη γη και με τους ουρανούς. Σ’ αυτό υπάρχει η ένταση της αθωότητας· και τότε το να ζεις έχει ένα τελείως διαφορετικό νόημα.